Monday, March 26, 2012

Στο καράβι

Ο Ιάκωβος ετοίμασε τις βαλίτσες του και με ένα μόνιμο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, ξεκίνησε για το πατρικό του. Η μητέρα του είχε να του γράψει τέσσερα χρόνια τώρα, τον πατέρα του δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν ήξερε τι θα αντίκρυζε όταν θα έφτανε στο σπίτι που πέρασε τα πρώτα έξι της ζωής του, στην όμορφη Βενετία.

Στο καράβι προς τη Βενετία γνώρισε ένα άλλο ταξιδιώτη. Το όνομα αυτού ήταν Μενέλαος. Ο Μενέλαος πήγαινε στη Βενετία για δουλειές. Έφερνε όμορφα χαλιά από το Μαρόκο με σκοπό να τα πουλήσει στην μεγάλη αγορά της Βενετίας. Καθώς ο Ιάκωβος ακουμπούσε στο στο καράβι αγναντεύοντας την ομορφιά της θάλασσα, ο Μενέλαος τον προσέγγισε προσφέροντάς του ένα τσιγάρο.

Ο Ιάκωβος δεν δοκίμασε τσιγάρο, αλλά είχε διαβάσει γι' αυτά.

- "Πού πηγαίνεις ξένε;", τον ρώτησε ο Μενέλαος.
-"Εκεί που με πάει το καράβι... στη Βενετία.", αποκρίθηκε ο Ιάκωβος προσπαθώντας να υποδείξει πόσο προφανής είναι η απάντηση σε μια τέτοια ερώτηση.
Ο Μενέλαος του χαμογέλασε καθώς του άναβε το τσιγάρο.
- "Δεν σε ξαναείδα σε αυτά τα μέρη. Ξαναήρθες Βενετία;", συνέχισε να ρωτά ο Μενέλαος.
-"Όταν ήμουν μικρότερος. Εδώ γεννήθηκα. Επιστρέφω στο πατρικό μου.", είπε με χαμόγελο ο Ιάκωβος και συνέχισε να κοιτάζει τη θάλασσα προσμένοντας να δει το λιμάνι να εφμανίζεται στον ορίζοντα.
- "Και τι θες να βρεις στη Βενετία;", τον αιφνιδιάζει ρωτώντας τον ο Μενέλαος.
- "... η μάνα μου, με ξέχασε τα τελευταία χρόνια. Δεν είχα νέα της. Σταμάτησε να ενδιαφέρεται για μένα. Τα τελευταία 4 χρόνια δεν μου έστειλε ούτε ένα γράμμα, και τα τελευταία δύο δεν έστειλε καν λεφτά για το οικοτροφείο. Αν ο διευθυντής δεν ήταν τόσο καλός, θα ήμουν στους δρόμους από τα δέκα μου. " Το χαμόγελό του έσβησε και το ύφος του γέμισε παράπονο.
- ".. και πας στη Βενετία να τη βρεις;", συνέχισε απτόητος ο Μενέλαος.
-"Πάω να μου δώσει αυτά που μου ανήκουν", απάντησε σχεδόν θυμωμένα ο Ιάκωβος.
-"Πολύ θυμό έχεις αγόρι μου... και πώς ξέρεις ότι η μάνα σου ζει;".


Ο Ιάκωβος πάγωσε. Ήταν τόσο απορροφημένος στο παράπονό του που δεν σκέφτηκε ότι ίσως η μάνα του να είχε πεθάνει. Ξαφνικά το πρόσωπό του μαλάκωσε, το παράπονο άρχισε να υποχωρεί. Γέμισε ερωτηματικά. Πώς μπορούσε να ήταν τόσο εγωκεντικός.

Ο Μενέλαος τον αφήνει στις σκέψεις του, δεν πίεσε για απάντηση. Πρόταξε το χέρι του προς τη θάλασσα, και το άφησε να αιωρείται - περιμένοντας κάτι. Σε λίγα δευτερόλεπτα, ένας γλάρος προσγειώνεται στο χέρι του.

- "Να σου γνωρίσω τον φίλο μου τον Θαλή", λέει στον Ιάκωβο.
Ο Ιάκωβος σάστισε, δεν κατάλαβε πώς ξαφνικά ο γλάρος ήρθε στην παρέα.
-"Ο Θαλής είναι παλιόφιλος, μου κρατά συντροφιά σε όλα μου τα ταξίδια, και στο σημαντικότερο - αυτό της ζωής", συνέχισε ο Μενέλαος. Ο γλάρος άγγιξε με τρυφερότητα το πρόσωπο του Μενέλαου.
-"Βλέπεις Ιάκωβε, αυτή η ζωή έχει πολλά να σου προσφέρει αλλά έχεις κι εσύ ένα έργο μπροστά σου. Εγώ φτάνω προς το τέλος, εσύ είσαι ακόμα στην αρχή. Μοιάζουμε πολύ περισσότερο από όσο μπορείς να φανταστείς. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα βρεις τον προορισμό σου γι 'αυτό μην τον ψάχνεις, αλλά θα πρέπει να βοηθάς τους άλλους να βρίσκουν το δικό τους. Να τους δείχνεις το δρόμο."

Ο Ιάκωβος ήταν πεποισμένος ότι κάτι είχε το τσιγάρο που έκανε τον Μενέλαο να λέει βλακείες. Με μια κίνηση έριξε το τσιγάρο που κρατούσε στη θάλασσα, να προλάβει τις παρενέργειες.

Ο Μενέλαος συνέχισε. "Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να στο πω, αλλά πρέπει να το μάθεις. Αυτό το κενό που νιώθεις μέσα σου θα γεμίζει και θα επανέρχεται - κάθε φορά που θα προσφέρεις αγάπη και μετά θα την αφήνεις να πάρει το δρόμο της, επειδή εσύ δεν είσαι το λιμάνι κανενός σε αυτή τη ζωή... αλλά σε κάθε σταθμό θα βρίσκεις το λιμάνι σου. Μη στεναχωριέσαι όμως, μην το δεις σαν κατάρα αλλά σαν ευλογία. Εγώ με τον φίλο μου το Θαλή ζήσαμε πολλές περιπέτειες. Κάθε φορά μου φέρνει μια νέα αποστολή."

Ο γλάρος κάθεται στο ξύλινο κάγκελο του καραβιού που ακουμπούσαν οι δύο συνομιλητές.. υποκλίνεται με νόημα μπροστά και από τους δύο και μετα ξαφνικά πετά μακριά - προς τον ορίζοντα, όπου άρχισε να προβάλει το λιμάνι της Βενετίας.

Ο Ιάκωβος απορροφήθηκε από το θέαμα του λιμανιού που προς στιγμής ξέχασε όλα αυτά τα ακαταλαβίστικα που του είπε ο Μενέλαος. Άκουσε μια φωνή από το υπερπέραν να του λέει "καλή αρχή και μην ξεχάσεις... όπου και να είσαι, είσαι εκεί". Γύρισε να μιλήσει στον Μενέλαο, αλλά ο Μενέλαος δεν ήταν εκεί. "Μα πώς έφυγε έτσι;" αναρωτήθηκε. Σε λίγα λεπτά το καράβι έφτανε στο λιμάνι. Σε λίγα λεπτά η περιπέτεια ξεκινούσε.


2 comments:

  1. πολλά ωραίο... :)

    περιμένω την συνέχεια....

    υ.γ. 'όπου και να είσαι, είσαι εκεί', είσαι εκεί άρα έφτασες στον προορισμό σου, ή είσαι εκεί, ζήσε την στιγμή... :) αρέσκουν μου τούτα τα διφορούμενα, διπλά μηνύματα...

    ReplyDelete
    Replies
    1. ..μάλλον το δεύτερο :). Θα φανεί στη συνέχεια!

      Delete