Saturday, March 10, 2012

Μια περπατημένη ψυχή - Η αρχή

Κάπου στο 1724 στη Βενετία προσγειώνεται μια ψυχή που έμελλε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό δρόμο από τις περισσότερες. Το άλλο της μισό προσγειώθηκε κάπου πολύ μακριά στο μέλλον.. τόσο μακριά που μόλις προσγειώθηκε ένιωσε ότι παγιδεύτηκε σε μια χρονική φυλακή - καταδικασμένη να ζει στο ανούσιο τώρα προσβλέποντας στο πολύ μακρινό μέλλον.

Για να ροκανίσει χρόνο, προτίμησε να εγκατασταθεί σε ένα έμβρυο που ακόμα μεγάλωνε στην κοιλιά της μάνας του. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της μήτρας η διαδικασία προσαρμογής ήταν ομαλότατη και ευνοημένη. Το έμβρυο δεν είχε απόψεις για τίποτα, αφού δεν γνώρισε τίποτα ακόμα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η ψυχή κατέλαβε το το έμβρυο και έγινε το έμβρυο. Υπήρξε πλήρης ταύτιση.

Κάποιους μήνες αργότερα, όταν η Άνοιξη μπήκε για τα καλά ήρθε η στιγμή για την μεγάλη έξοδο. Ήρθε η στιγμή για αυτή την ψυχή να ξεκινήσει το μεγάλο της ταξίδι στη Γη, να εγκαταλείψει τη ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας της μητέρας του και να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Ένα κόσμο που μέχρι τώρα τον ένιωθε μόνο μέσω από κραδασμούς - χωρίς εικόνες, χωρίς ήχο, χωρίς αφή, μυρωδιές και γεύσεις.

Μόλις  το συμπαντικό ρολόι κτύπησε και το σύμπαν έκανε χώρο για τη νέα αυτή ψυχή στο ενεργειακό σύστημα, αυτός ο νέος άνθρωπος αντίκρυσε το φως του Ήλιου για πρώτη φορά. Δεν ήξερε τι τον περίμενε, αλλά ήξερε ακριβώς τι να κάνει εκείνη τη στιγμή. Ξαφνικά νιώθει τεράστιες αλλαγές γύρω του, απότομες αλλαγές - τόσο απότομες που του προκάλεσαν πόνο.. και τότε άρχισε να κλαίει.

Μέσα στον πανικό της αλλαγής βρέθηκε σε μια αγκαλιά που την ένιωσε γνώριμη.. και ησύχασε για λίγο. "Γεια σου Ιάκωβε".. ακούει .. "καλωσόρισες όμορφε μου".

Ο μικρός Ιάκωβος, ένα ξεχωριστό παιδί, ήρθε στον κόσμο.

Μεγαλώνοντας ο Ιάκωβος ήταν διαφορετικός από τα άλλα παιδάκια Γεννήθηκε ξέροντας ήδη τον σκοπό του - αλλά ταυτόχρονα βαθιά μέσα του ένιωθε ότι μια ζωή δεν θα τον φτάσει να τον πετύχει. Από την ώρα που γεννήθηκε ένιωθε σοφός και μόνος. Στα πρώτα  χρόνια της ζωής του προτίμησε να σκέφτεται στη σιωπή, προσπαθώντας να βρει τρόπους να μετριάσει το μαρτύριο της αναμονής. Η σιωπή του άφηνε πάρα πολύ χρόνο να παρατηρεί και να αποκωδικοποιεί τους γύρω του.

Όταν όμως ο μικρός Ιάκωβος έγινε  6 χρονών, η μητέρα του δεν μπορούσε άλλο να τον μεγαλώνει, μη αντέχοντας το γεγονός ότι ο μικρός δεν μιλούσε, και τον έστειλε σε οικοτροφείο - ελπίζοντας ότι αυτό θα του έδινε περισσότερες πιθανότητες να γίνει φυσιολογικός. Ο μικρός όμως συνέχιζε να μη μιλά, παρόλο που απορροφούσε όλες τις πληροφορίες που κυκλοφορούσαν γύρω του. Ο δάσκαλός του πίστευε ότι ο μικρός Ιάκωβος δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει φυσιολογικός, αφού το βλέμα του ήταν μονίμως χαμένο στο διάστημα και ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει.

Μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, χρόνια μετά - ο Ιάκωβος - έφηβος πια στα δεκατρία του,  καθόταν στον κήπο του οικοτροφείου και διάβαζε ποίηση. Του άρεσε να κάθεται εκεί για λίγες ώρες, στο κρυφό του μέρος - αφού στο συγκεκριμένο μέρος του κήπου κανείς δεν περνούσε. Μια κοπέλα, λίγο μεγαλύτερη έρχεται και κάθεται δίπλα του και αρχίζει να του μιλά.
- "Δεν μιλάς ποτέ εσύ;"
-"...", την κοίταξε με το καθιερωμένο του ανέκφραστο βλέμα και μετά αργά ξαναέστρεψε το βλέμα του στο βιβλίο.
-"Βλέπω διαβάζεις ποίηση.. μου αρέσει και εμένα η ποίηση."
-"..."
-"Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, το βλέπω στα μάτια σου... τα όμορφα μάτια σου."
Ο Ιάκωβος για πρώτη φορά δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει τη συμπεριφορά του άλλου ανθρώπου. Δεν μπορούσε να κατανοήσει το κίνητρο αυτής της κοπέλας. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια ήταν ένας σιωπηλός, απαρατήρητος παρατηρητής. Αυτή η κοπέλα τον πρόσεξε, τον παρατήρησε και άρχισε να του μιλά.. άρχισε να του δίνει υπόσταση - άρχισε να τον ζωγραφίζει σαν μέρος της ευρύτερης ζωγραφιάς. Η σύγχυση ήταν τόσο έντονη που αποτυπώθηκε στο βλέμα του. Την κοίταξε απορημένος. Του χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση ως σαν να ήταν ο σκοπός της να τον συγχύσει, και το έχει επιτύχει. Με μια απαλή κίνηση πιάνει το βιβλίο και με ένα νόημα του ζητά άδεια να του το πάρει από τα χέρια του. Ο Ιάκωβος σαστιμένος εγκρίνει το αίτημά της με ένα διστακτικό, άτσαλο νόημα.. και σιγά σιγά το αφήνει στα χέρια της. Η κοπέλα πιάνει το βιβλίο, το κλείνει και πολύ απαλά το ακουμπά κάτω. Με μια αθόρυβη κίνηση τον πλησιάζει ακόμα περισσότερο, τόσο που ο Ιάκωβος ένιωθε αμυδρά την αναπνοή της στο φτι του αλλά παράλληλα ένιωθε ένα διαπεραστικό βλέμμα να τον στήνει σε ένα αόρατο τοίχο. Δεν μπορούσε να την κοιτάξει, φοβόταν - και έτσι κοιτούσε αμήχανα στο κενό. Ο εγκέφαλός του προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει αυτό το πρωτόγνωρο σκηνικό, εκατομμύρια σκέψεις πέρασαν μέσα σε ένα δευτερόλεπτο από το μυαλό του χωρίς αποτέλεσμα. Πανικός. Οι κτύποι της καρδιάς του αυξήθηκαν κατακόρυφα - τόσο που τους άκουε μέσα στο κεφάλι του. Στο βλέμμα του εμφανίστηκε μια σπίθα, σαν κάτι μέσα του να ξύπνησε, ως σαν να σταμάτησε να ταξιδεύει στο υπερπέραν. Όλες του οι αισθήσεις επιστρετεύθηκαν για να κατανοήσει αυτό που συνέβαινε - αυτό που βίωνε. Για πρώτη φορά δεν ήταν ο παρατηρητής αλλά μέρος μιας σκηνής.

Η κοπέλα τον αγγίζει απαλά στο πόδι και του ψιθυρίζει στο φτι "Υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που μπορείς να νιώσεις αν αφεθείς".
Ο Ιάκωβος γυρίζει δειλά δειλά το βλέμμα του θέλοντας να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση που του προκαλούσε πανικό. Για λίγα δευτερόλεπτα μοιράζονταν την ίδια αναπνοή, για ένα δευτερόλεπτο μοιράστηκαν το ίδιο βλέμμα. Η σπίθα στα μάτια της του μετέφερε απίστευτη σοφία. Αυτό που είδε στα μάτια της τον έκανε να καταλάβει πολλά, το σώμα του άρχισε να αντιδρά. Ξαφνικά ξύπνησαν μέσα του ένστικτα που έκαναν τη σπίθα στα δικά του μάτια να γίνει πιο έντονη, πιο επιβλητική. Η ένταση της στιγμής προκάλεσε μια κραυγή να βγει από το στόμα του - για πρώτη φορά άκουε τη φωνή του - ένιωσε περιέργα, συγχύστηκε ακόμα παραπάνω, ένιωσε ζωντανός.. Μέχρι να καταλάβει τι γινόταν βρέθηκε μέσα στους θάμνους με την κοπέλα ζώντας κάτι ασύλληπτο!

Μετά από αυτή την εμπειρία, ο Ιάκωβος άλλαξε εντελώς. Η ματαιότητα αυτής της ζωής μετατράπηκε σε κάτι συναρπαστικό! Λάτρεψε τον ήχο της φωνής του τόσο πολύ που δεν μπορούσες να τον σταματήσεις να μιλά. Την κοπέλα δεν την ξαναείδε, φαίνεται δεν ζούσε καν στο οικοτροφείο. Αυτό ήταν και ένα μυστήριο που δεν μπορούσε να λύσει - ποια ήταν εκείνη η κοπέλα;

Τώρα πια ο Ιάκωβος ήταν έτοιμος να βγει έξω στον κόσμο και να ζήσει - σαν ένας κοινός φυσιολογικός άνθρωπος. Ήταν όμως κοινός άνθρωπος, και πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα για κάποιον σαν αυτό εκεί έξω; Κάποιον δηλαδή που αναζητά το άλλο του μισό, τον έρωτα, την ολοκλήρωση μέσα από τον έρωτα, αλλά βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι αυτή η ζωή δεν θα του προσφέρει αυτή την ολοκλήρωση.. 


(Αν αυτή η ιστορία δεν σου θυμίζει κάτι, τότε εισηγούμαι να δεις αυτή τη σειρά ταινιών)

1 comment:

  1. "αναζητά το άλλο του μισό, τον έρωτα, την ολοκλήρωση μέσα από τον έρωτα, αλλά βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι αυτή η ζωή δεν θα του προσφέρει αυτή την ολοκλήρωση.."

    :(

    ReplyDelete