Thursday, June 14, 2012

Στο βράχο

Τον είδε να κάθετε στο βράχο, χαμένος στο πουθενά να αγναντεύει το απέραντο γαλάζιο... το γαλάζιο που τόσο όμορφα αντανακλούσε στα μάτια του.

Τα ερωτεύτηκε αυτά τα μάτια.. αναγνώρισε σε αυτά μια ψυχή γεμάτη με όλα τα όμορφα..

Αυτός δεν μιλούσε .. ίσως κρατούσε μια παλιά υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του να κρατηθεί μακριά από αυτά που λέξη με λέξη έρχονται πιο κοντά και σε κυριεύουν και μπορούν εύκολα να σε τσακκίσουν - όπως έγινε στο παρελθόν.

Τον πλησίασε.. δεν είχε άλλη επιλογή.. Αυτό ήταν που περίμενε άλλωστε να βρεθεί στο δρόμο της. Δεν ήξερε τι να του πει, γι' αυτό μονάχα τον κοίταζε. Κάθε φορά που το αποφάσιζε να του πει κάτι, μόνο μεγάλα λόγια έρχονταν στο μυαλό της.. και σταματούσε πριν κάνει καμιά ζημιά.

Του έπιασε το χέρι και τον κοίταξε στα μάτια.. αυτά τα όμορφα μάτια. "Θα σε προσέχω, μη με φοβάσαι", σκέφτηκε. "Σε έχω ανάγκη, μη με φοβάσαι" .. ξανασκέφτηκε καθώς το βλέμα της βυθιζόταν στο γαλαζοπράσινο των ματιών του..

Ο φόβος στα μάτια του την τσάκκιζε.. για μια στιγμή ευχήθηκε να ήταν κι αυτός τόσο δυνατός όσο αυτή.. Θύμωσε. Απαίτησε να μη τη φοβάται .. για μια στιγμή πέτυχε. Της κράτησε το χέρι, το έσφιξε.. άρχισε η καρδιά του να κτυπά δυνατά... Το βλέμα της μαλάκωσε.. ήθελε να το νιώσει.. να ακούσει τους κτύπους της καρδιάς του..

Ο φόβος επανήλθε στο βλέμα του .. οι κτύποι ησύχασαν..αλλά δεν της άφησε το χέρι.. Κάθισε δίπλα του στο βράχο κρατώντας του το χέρι, αγναντεύοντας το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, ακούγοντας τους ήχους των κυμμάτων... περιμένοντας. Δεν είχε άλλη επιλογή. Αυτό ήταν που περίμενε άλλωστε να βρεθεί στο δρόμο της.



Monday, March 26, 2012

Στο καράβι

Ο Ιάκωβος ετοίμασε τις βαλίτσες του και με ένα μόνιμο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, ξεκίνησε για το πατρικό του. Η μητέρα του είχε να του γράψει τέσσερα χρόνια τώρα, τον πατέρα του δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ. Δεν ήξερε τι θα αντίκρυζε όταν θα έφτανε στο σπίτι που πέρασε τα πρώτα έξι της ζωής του, στην όμορφη Βενετία.

Στο καράβι προς τη Βενετία γνώρισε ένα άλλο ταξιδιώτη. Το όνομα αυτού ήταν Μενέλαος. Ο Μενέλαος πήγαινε στη Βενετία για δουλειές. Έφερνε όμορφα χαλιά από το Μαρόκο με σκοπό να τα πουλήσει στην μεγάλη αγορά της Βενετίας. Καθώς ο Ιάκωβος ακουμπούσε στο στο καράβι αγναντεύοντας την ομορφιά της θάλασσα, ο Μενέλαος τον προσέγγισε προσφέροντάς του ένα τσιγάρο.

Ο Ιάκωβος δεν δοκίμασε τσιγάρο, αλλά είχε διαβάσει γι' αυτά.

- "Πού πηγαίνεις ξένε;", τον ρώτησε ο Μενέλαος.
-"Εκεί που με πάει το καράβι... στη Βενετία.", αποκρίθηκε ο Ιάκωβος προσπαθώντας να υποδείξει πόσο προφανής είναι η απάντηση σε μια τέτοια ερώτηση.
Ο Μενέλαος του χαμογέλασε καθώς του άναβε το τσιγάρο.
- "Δεν σε ξαναείδα σε αυτά τα μέρη. Ξαναήρθες Βενετία;", συνέχισε να ρωτά ο Μενέλαος.
-"Όταν ήμουν μικρότερος. Εδώ γεννήθηκα. Επιστρέφω στο πατρικό μου.", είπε με χαμόγελο ο Ιάκωβος και συνέχισε να κοιτάζει τη θάλασσα προσμένοντας να δει το λιμάνι να εφμανίζεται στον ορίζοντα.
- "Και τι θες να βρεις στη Βενετία;", τον αιφνιδιάζει ρωτώντας τον ο Μενέλαος.
- "... η μάνα μου, με ξέχασε τα τελευταία χρόνια. Δεν είχα νέα της. Σταμάτησε να ενδιαφέρεται για μένα. Τα τελευταία 4 χρόνια δεν μου έστειλε ούτε ένα γράμμα, και τα τελευταία δύο δεν έστειλε καν λεφτά για το οικοτροφείο. Αν ο διευθυντής δεν ήταν τόσο καλός, θα ήμουν στους δρόμους από τα δέκα μου. " Το χαμόγελό του έσβησε και το ύφος του γέμισε παράπονο.
- ".. και πας στη Βενετία να τη βρεις;", συνέχισε απτόητος ο Μενέλαος.
-"Πάω να μου δώσει αυτά που μου ανήκουν", απάντησε σχεδόν θυμωμένα ο Ιάκωβος.
-"Πολύ θυμό έχεις αγόρι μου... και πώς ξέρεις ότι η μάνα σου ζει;".


Ο Ιάκωβος πάγωσε. Ήταν τόσο απορροφημένος στο παράπονό του που δεν σκέφτηκε ότι ίσως η μάνα του να είχε πεθάνει. Ξαφνικά το πρόσωπό του μαλάκωσε, το παράπονο άρχισε να υποχωρεί. Γέμισε ερωτηματικά. Πώς μπορούσε να ήταν τόσο εγωκεντικός.

Ο Μενέλαος τον αφήνει στις σκέψεις του, δεν πίεσε για απάντηση. Πρόταξε το χέρι του προς τη θάλασσα, και το άφησε να αιωρείται - περιμένοντας κάτι. Σε λίγα δευτερόλεπτα, ένας γλάρος προσγειώνεται στο χέρι του.

- "Να σου γνωρίσω τον φίλο μου τον Θαλή", λέει στον Ιάκωβο.
Ο Ιάκωβος σάστισε, δεν κατάλαβε πώς ξαφνικά ο γλάρος ήρθε στην παρέα.
-"Ο Θαλής είναι παλιόφιλος, μου κρατά συντροφιά σε όλα μου τα ταξίδια, και στο σημαντικότερο - αυτό της ζωής", συνέχισε ο Μενέλαος. Ο γλάρος άγγιξε με τρυφερότητα το πρόσωπο του Μενέλαου.
-"Βλέπεις Ιάκωβε, αυτή η ζωή έχει πολλά να σου προσφέρει αλλά έχεις κι εσύ ένα έργο μπροστά σου. Εγώ φτάνω προς το τέλος, εσύ είσαι ακόμα στην αρχή. Μοιάζουμε πολύ περισσότερο από όσο μπορείς να φανταστείς. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα βρεις τον προορισμό σου γι 'αυτό μην τον ψάχνεις, αλλά θα πρέπει να βοηθάς τους άλλους να βρίσκουν το δικό τους. Να τους δείχνεις το δρόμο."

Ο Ιάκωβος ήταν πεποισμένος ότι κάτι είχε το τσιγάρο που έκανε τον Μενέλαο να λέει βλακείες. Με μια κίνηση έριξε το τσιγάρο που κρατούσε στη θάλασσα, να προλάβει τις παρενέργειες.

Ο Μενέλαος συνέχισε. "Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να στο πω, αλλά πρέπει να το μάθεις. Αυτό το κενό που νιώθεις μέσα σου θα γεμίζει και θα επανέρχεται - κάθε φορά που θα προσφέρεις αγάπη και μετά θα την αφήνεις να πάρει το δρόμο της, επειδή εσύ δεν είσαι το λιμάνι κανενός σε αυτή τη ζωή... αλλά σε κάθε σταθμό θα βρίσκεις το λιμάνι σου. Μη στεναχωριέσαι όμως, μην το δεις σαν κατάρα αλλά σαν ευλογία. Εγώ με τον φίλο μου το Θαλή ζήσαμε πολλές περιπέτειες. Κάθε φορά μου φέρνει μια νέα αποστολή."

Ο γλάρος κάθεται στο ξύλινο κάγκελο του καραβιού που ακουμπούσαν οι δύο συνομιλητές.. υποκλίνεται με νόημα μπροστά και από τους δύο και μετα ξαφνικά πετά μακριά - προς τον ορίζοντα, όπου άρχισε να προβάλει το λιμάνι της Βενετίας.

Ο Ιάκωβος απορροφήθηκε από το θέαμα του λιμανιού που προς στιγμής ξέχασε όλα αυτά τα ακαταλαβίστικα που του είπε ο Μενέλαος. Άκουσε μια φωνή από το υπερπέραν να του λέει "καλή αρχή και μην ξεχάσεις... όπου και να είσαι, είσαι εκεί". Γύρισε να μιλήσει στον Μενέλαο, αλλά ο Μενέλαος δεν ήταν εκεί. "Μα πώς έφυγε έτσι;" αναρωτήθηκε. Σε λίγα λεπτά το καράβι έφτανε στο λιμάνι. Σε λίγα λεπτά η περιπέτεια ξεκινούσε.


Saturday, March 10, 2012

Μια περπατημένη ψυχή - Η αρχή

Κάπου στο 1724 στη Βενετία προσγειώνεται μια ψυχή που έμελλε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό δρόμο από τις περισσότερες. Το άλλο της μισό προσγειώθηκε κάπου πολύ μακριά στο μέλλον.. τόσο μακριά που μόλις προσγειώθηκε ένιωσε ότι παγιδεύτηκε σε μια χρονική φυλακή - καταδικασμένη να ζει στο ανούσιο τώρα προσβλέποντας στο πολύ μακρινό μέλλον.

Για να ροκανίσει χρόνο, προτίμησε να εγκατασταθεί σε ένα έμβρυο που ακόμα μεγάλωνε στην κοιλιά της μάνας του. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της μήτρας η διαδικασία προσαρμογής ήταν ομαλότατη και ευνοημένη. Το έμβρυο δεν είχε απόψεις για τίποτα, αφού δεν γνώρισε τίποτα ακόμα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η ψυχή κατέλαβε το το έμβρυο και έγινε το έμβρυο. Υπήρξε πλήρης ταύτιση.

Κάποιους μήνες αργότερα, όταν η Άνοιξη μπήκε για τα καλά ήρθε η στιγμή για την μεγάλη έξοδο. Ήρθε η στιγμή για αυτή την ψυχή να ξεκινήσει το μεγάλο της ταξίδι στη Γη, να εγκαταλείψει τη ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας της μητέρας του και να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Ένα κόσμο που μέχρι τώρα τον ένιωθε μόνο μέσω από κραδασμούς - χωρίς εικόνες, χωρίς ήχο, χωρίς αφή, μυρωδιές και γεύσεις.

Μόλις  το συμπαντικό ρολόι κτύπησε και το σύμπαν έκανε χώρο για τη νέα αυτή ψυχή στο ενεργειακό σύστημα, αυτός ο νέος άνθρωπος αντίκρυσε το φως του Ήλιου για πρώτη φορά. Δεν ήξερε τι τον περίμενε, αλλά ήξερε ακριβώς τι να κάνει εκείνη τη στιγμή. Ξαφνικά νιώθει τεράστιες αλλαγές γύρω του, απότομες αλλαγές - τόσο απότομες που του προκάλεσαν πόνο.. και τότε άρχισε να κλαίει.

Μέσα στον πανικό της αλλαγής βρέθηκε σε μια αγκαλιά που την ένιωσε γνώριμη.. και ησύχασε για λίγο. "Γεια σου Ιάκωβε".. ακούει .. "καλωσόρισες όμορφε μου".

Ο μικρός Ιάκωβος, ένα ξεχωριστό παιδί, ήρθε στον κόσμο.

Μεγαλώνοντας ο Ιάκωβος ήταν διαφορετικός από τα άλλα παιδάκια Γεννήθηκε ξέροντας ήδη τον σκοπό του - αλλά ταυτόχρονα βαθιά μέσα του ένιωθε ότι μια ζωή δεν θα τον φτάσει να τον πετύχει. Από την ώρα που γεννήθηκε ένιωθε σοφός και μόνος. Στα πρώτα  χρόνια της ζωής του προτίμησε να σκέφτεται στη σιωπή, προσπαθώντας να βρει τρόπους να μετριάσει το μαρτύριο της αναμονής. Η σιωπή του άφηνε πάρα πολύ χρόνο να παρατηρεί και να αποκωδικοποιεί τους γύρω του.

Όταν όμως ο μικρός Ιάκωβος έγινε  6 χρονών, η μητέρα του δεν μπορούσε άλλο να τον μεγαλώνει, μη αντέχοντας το γεγονός ότι ο μικρός δεν μιλούσε, και τον έστειλε σε οικοτροφείο - ελπίζοντας ότι αυτό θα του έδινε περισσότερες πιθανότητες να γίνει φυσιολογικός. Ο μικρός όμως συνέχιζε να μη μιλά, παρόλο που απορροφούσε όλες τις πληροφορίες που κυκλοφορούσαν γύρω του. Ο δάσκαλός του πίστευε ότι ο μικρός Ιάκωβος δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει φυσιολογικός, αφού το βλέμα του ήταν μονίμως χαμένο στο διάστημα και ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει.

Μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, χρόνια μετά - ο Ιάκωβος - έφηβος πια στα δεκατρία του,  καθόταν στον κήπο του οικοτροφείου και διάβαζε ποίηση. Του άρεσε να κάθεται εκεί για λίγες ώρες, στο κρυφό του μέρος - αφού στο συγκεκριμένο μέρος του κήπου κανείς δεν περνούσε. Μια κοπέλα, λίγο μεγαλύτερη έρχεται και κάθεται δίπλα του και αρχίζει να του μιλά.
- "Δεν μιλάς ποτέ εσύ;"
-"...", την κοίταξε με το καθιερωμένο του ανέκφραστο βλέμα και μετά αργά ξαναέστρεψε το βλέμα του στο βιβλίο.
-"Βλέπω διαβάζεις ποίηση.. μου αρέσει και εμένα η ποίηση."
-"..."
-"Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, το βλέπω στα μάτια σου... τα όμορφα μάτια σου."
Ο Ιάκωβος για πρώτη φορά δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει τη συμπεριφορά του άλλου ανθρώπου. Δεν μπορούσε να κατανοήσει το κίνητρο αυτής της κοπέλας. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια ήταν ένας σιωπηλός, απαρατήρητος παρατηρητής. Αυτή η κοπέλα τον πρόσεξε, τον παρατήρησε και άρχισε να του μιλά.. άρχισε να του δίνει υπόσταση - άρχισε να τον ζωγραφίζει σαν μέρος της ευρύτερης ζωγραφιάς. Η σύγχυση ήταν τόσο έντονη που αποτυπώθηκε στο βλέμα του. Την κοίταξε απορημένος. Του χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση ως σαν να ήταν ο σκοπός της να τον συγχύσει, και το έχει επιτύχει. Με μια απαλή κίνηση πιάνει το βιβλίο και με ένα νόημα του ζητά άδεια να του το πάρει από τα χέρια του. Ο Ιάκωβος σαστιμένος εγκρίνει το αίτημά της με ένα διστακτικό, άτσαλο νόημα.. και σιγά σιγά το αφήνει στα χέρια της. Η κοπέλα πιάνει το βιβλίο, το κλείνει και πολύ απαλά το ακουμπά κάτω. Με μια αθόρυβη κίνηση τον πλησιάζει ακόμα περισσότερο, τόσο που ο Ιάκωβος ένιωθε αμυδρά την αναπνοή της στο φτι του αλλά παράλληλα ένιωθε ένα διαπεραστικό βλέμμα να τον στήνει σε ένα αόρατο τοίχο. Δεν μπορούσε να την κοιτάξει, φοβόταν - και έτσι κοιτούσε αμήχανα στο κενό. Ο εγκέφαλός του προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει αυτό το πρωτόγνωρο σκηνικό, εκατομμύρια σκέψεις πέρασαν μέσα σε ένα δευτερόλεπτο από το μυαλό του χωρίς αποτέλεσμα. Πανικός. Οι κτύποι της καρδιάς του αυξήθηκαν κατακόρυφα - τόσο που τους άκουε μέσα στο κεφάλι του. Στο βλέμμα του εμφανίστηκε μια σπίθα, σαν κάτι μέσα του να ξύπνησε, ως σαν να σταμάτησε να ταξιδεύει στο υπερπέραν. Όλες του οι αισθήσεις επιστρετεύθηκαν για να κατανοήσει αυτό που συνέβαινε - αυτό που βίωνε. Για πρώτη φορά δεν ήταν ο παρατηρητής αλλά μέρος μιας σκηνής.

Η κοπέλα τον αγγίζει απαλά στο πόδι και του ψιθυρίζει στο φτι "Υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που μπορείς να νιώσεις αν αφεθείς".
Ο Ιάκωβος γυρίζει δειλά δειλά το βλέμμα του θέλοντας να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση που του προκαλούσε πανικό. Για λίγα δευτερόλεπτα μοιράζονταν την ίδια αναπνοή, για ένα δευτερόλεπτο μοιράστηκαν το ίδιο βλέμμα. Η σπίθα στα μάτια της του μετέφερε απίστευτη σοφία. Αυτό που είδε στα μάτια της τον έκανε να καταλάβει πολλά, το σώμα του άρχισε να αντιδρά. Ξαφνικά ξύπνησαν μέσα του ένστικτα που έκαναν τη σπίθα στα δικά του μάτια να γίνει πιο έντονη, πιο επιβλητική. Η ένταση της στιγμής προκάλεσε μια κραυγή να βγει από το στόμα του - για πρώτη φορά άκουε τη φωνή του - ένιωσε περιέργα, συγχύστηκε ακόμα παραπάνω, ένιωσε ζωντανός.. Μέχρι να καταλάβει τι γινόταν βρέθηκε μέσα στους θάμνους με την κοπέλα ζώντας κάτι ασύλληπτο!

Μετά από αυτή την εμπειρία, ο Ιάκωβος άλλαξε εντελώς. Η ματαιότητα αυτής της ζωής μετατράπηκε σε κάτι συναρπαστικό! Λάτρεψε τον ήχο της φωνής του τόσο πολύ που δεν μπορούσες να τον σταματήσεις να μιλά. Την κοπέλα δεν την ξαναείδε, φαίνεται δεν ζούσε καν στο οικοτροφείο. Αυτό ήταν και ένα μυστήριο που δεν μπορούσε να λύσει - ποια ήταν εκείνη η κοπέλα;

Τώρα πια ο Ιάκωβος ήταν έτοιμος να βγει έξω στον κόσμο και να ζήσει - σαν ένας κοινός φυσιολογικός άνθρωπος. Ήταν όμως κοινός άνθρωπος, και πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα για κάποιον σαν αυτό εκεί έξω; Κάποιον δηλαδή που αναζητά το άλλο του μισό, τον έρωτα, την ολοκλήρωση μέσα από τον έρωτα, αλλά βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι αυτή η ζωή δεν θα του προσφέρει αυτή την ολοκλήρωση.. 


(Αν αυτή η ιστορία δεν σου θυμίζει κάτι, τότε εισηγούμαι να δεις αυτή τη σειρά ταινιών)

Friday, March 2, 2012

Εύκολος χωρισμός

[μετά από 1 μήνα και 5 ραντεβού 1 καλό-4 αποτυχία - η κοπέλα αποφασίζει να σταματήσει την φάση]

-Κοίτα, νομίζω ότι δεν πάμε και τόσο καλά, και ίσως θα ήταν καλύτερα να διακόψουμε, να σταματήσουμε να βγαίνουμε σαν ζευγάρι.
- Να σταματήσουμε να είμαστε ζευγάρι; και το λες έτσι απλά;

- Εμ, ναι. Πιστεύω καθένας μας πρέπει να πάρει το δρόμο του.

- Πες μου γιατί! Γιατι; Αφού περνάμε τόσο ωραία!

-(αν περνούσαμε ωραία δεν θα ήμασταν σε αυτή την κατάσταση). Απλά δεν νιώθω ερωτευμένη μαζί σου.

- Δεν πειράζει! Είμαι εγώ ερωτευμένος μαζί σου!

- (σοβαρά τωρά, τούτο εν επιχείρημα;) Ε, μα δεν πάει έτσι. Για να δουλέψει πρέπει να το θέλουν και οι δύο, και εγώ δεν θέλω. Απλά ξενέρωσα.

- Γιατί ξενέρωσες; Πες μου να ξέρω.

- Ε δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λογος. (Βασικά είσαι πρήκτης, πιάνεις με τηλέφωνο κάθε μισή ώρα για να με ρωτήσεις τι κάμνω. Τις προάλλες που εφκήκαμε με παρέα τζαι ανάλαβες να μαζέψεις τα λεφτά για τον λογαριασμό, για 5 λεπτά έψαχνες ποιος δεν έβαλε τα 60 σεντ που εληφκούμασταν. Α! και επίσης, δεν έσσιεις άποψη για τίποτε!)

- Ε αφού δεν υπάρχει λόγος γιατί να μην είμαστε μαζί; Αφού μια χαρά είμαστε.

- (υπομονή, εν πρέπει να πω τίποτε που εν πρέπει) Ε βασικά, κουράζεις με με το πολύ μπλα-μπλα. Είσαι λίο φαφλατάς για τη δική μου νοοτροπία.

- ...

- (ωχ, νομίζω έκαμά τα μπίλιες. Σάσ' τα, σάσ' τα!) Δεν φταις εσύ! Απλά εγώ! Εγώ δεν είμαι έτσι. Γι' αυτό.

- Εν νομίζω να ισχύει τούτο που λαλείς. Είσαι πολλά άδικη μαζί μου. Εγώ επίστευκα ότι επηέναμε μια χαρά, τζαι έρκεσε που το πουθενά να μου πεις ότι τζαι καλά μιλώ πολλά!

- ...

- ...

- εμ.. ένιγουέι.  Το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε να βγαίνουμε σαν ζευγάρι. Μεν το παίρνεις προσωπικά (τι λαλώ ρε;). Εν νομίζω να έχουμε κάτι άλλο να πούμε.

- Πάντως να ξέρεις εννά το μετανοιώσεις που με βγάζεις που τη ζωή σου.

- ...

- ...

- ένιγουέι, εν νομίζω να έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Καληνύκτα.

- (τουτ τουτ τουτ).

Monday, May 30, 2011

Επιστροφή.

Κάποιες φορές το θες πολύ.. να αλλάξεις παραστάσεις...

Φίλοι που δεν φάνηκαν φίλοι, είδωλα που ράγισαν... και ένα μελλοντικό στιγμιότυπό σου που δεν νοιάζεται.

Ίσως για πρώτη φορά δεν ανησυχάς για το μέλλον, αφού όλα κινούνται τόσο γρήγορα που το μέλλον γίνεται παρόν προτού καν προβληματιστείς για αυτό.

Ένα σύμπαν τόσο προνοητικό, που αφουγκράζεται τα θέλω σου και ικανοποιά κάθε σου ανάγκη με τον ένα τρόπο ή τον άλλο...

Ξαφνικά βρίσκεσαι στην ευχάριστη θέση να παραγγείλεις ένα βότκα πορτοκάλι και η μόνη σου έννοια ο δείκτης προστασίας του αντιλιακού. Χαθήκαν τα προβλήματα μάτια μου; Μπα.. όλα εκεί είναι, απλά σταμάτησαν να σε ενοχλούν.

Σκέφτεσαι: "Θα δώσω αγάπη σε όποιο τη ζητήσει... "..και μετά θα την πάρω πίσω.

Καλοκαιράκι... έλα.. μου έχεις λείψει.. Ο κόσμος πεινά επειδή δεν σκέφτεται να φυτέψει μια μηλιά.. ή ίσως επειδή δεν έχει μιλιά.. .. ή μπορεί επειδή έφαγε ένα μήλο κάποτε...  δεν ξέρω, τα 'χω μπερδέψει..